4 Φεβ 2010

H διδασκαλία της μουσικής μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να αναπτύξουν τις αναγνωστικές δεξιότητες τους

Los Angeles, London, New Delhi, Singapore and Washington DC (16 March 2009) -- Children exposed to a multi-year programme of music tuition involving training in increasingly complex rhythmic, tonal, and practical skills display superior cognitive performance in reading skills compared with their non-musically trained peers, according to a study published today in the journal Psychology of Music, published by SAGE.
According to authors Joseph M Piro and Camilo Ortiz from Long Island University, USA, data from this study will help to clarify the role of music study on cognition and shed light on the question of the potential of music to enhance school performance in language and literacy.
Studying children the two US elementary schools, one of which routinely trained children in music and one that did not, Piro and Ortiz aimed to investigate the hypothesis that children who have received keyboard instruction as part of a music curriculum increasing in difficulty over successive years would demonstrate significantly better performance on measures of vocabulary and verbal sequencing than students who did not receive keyboard instruction.
Several studies have reported positive associations between music education and increased abilities in non-musical (eg, linguistic, mathematical, and spatial) domains in children. The authors say there are similarities in the way that individuals interpret music and language and "because neural response to music is a widely distributed system within the brain…. it would not be unreasonable to expect that some processing networks for music and language behaviors, namely reading, located in both hemispheres of the brain would overlap."
The aim of this study was to look at two specific reading subskills – vocabulary and verbal sequencing – which, according to the authors, are "are cornerstone components in the continuum of literacy development and a window into the subsequent successful acquisition of proficient reading and language skills such as decoding and reading comprehension."
Using a quasi-experimental design, the investigators selected second-grade children from two school sites located in the same geographic vicinity and with similar demographic characteristics, to ensure the two groups of children were as similar as possible apart from their music experience.
Children in the intervention school (n=46) studied piano formally for a period of three consecutive years as part of a comprehensive instructional intervention program. Children attending the control school (n=57) received no formal musical training on any musical instrument and had never taken music lessons as part of their general school curriculum or in private study. Both schools followed comprehensive balanced literacy programmes that integrate skills of reading, writing, speaking and listening.
All participants were individually tested to assess their reading skills at the start and close of a standard 10-month school year using the Structure of Intellect (SOI) measure.
Results analysed at the end of the year showed that the music-learning group had significantly better vocabulary and verbal sequencing scores than did the non-music-learning control group. This finding, conclude the authors, provides evidence to support the increasingly common practice of "educators incorporating a variety of approaches, including music, in their teaching practice in continuing efforts to improve reading achievement in children".
However, further interpretation of the results revealed some complexity within the overall outcomes. An interesting observation was that when the study began, the music-learning group had already experienced two years of piano lessons yet their reading scores were nearly identical to the control group at the start of the experiment.
So, ask the authors, "If the children receiving piano instruction already had two years of music involvement, why did they not significantly outscore the musically naïve students on both measures at the outset?" Addressing previous findings showing that music instruction has been demonstrated to exert cortical changes in certain cognitive areas such as spatial-temporal performance fairly quickly, Piro and Ortiz propose three factors to explain the lack of evidence of early benefit for music in the present study.
First, children were tested for their baseline reading skills at the beginning of the school year, after an extended holiday period. Perhaps the absence of any music instruction during a lengthy summer recess may have reversed any earlier temporary cortical reorganization experienced by students in the music group, a finding reported in other related research. Another explanation could be that the duration of music study required to improve reading and associated skills is fairly long, so the initial two years were not sufficient.
A third explanation involves the specific developmental time period during which children were receiving the tuition. During the course of their third year of music lessons, the music-learning group was in second grade and approaching the age of seven. There is evidence that there are significant spurts of brain growth and gray matter distribution around this developmental period and, coupled with the increased complexity of the study matter in this year, brain changes that promote reading skills may have been more likely to accrue at this time than in the earlier two years.
"All of this adds a compelling layer of meaning to the experimental outcomes, perhaps signalling that decisions on 'when' to teach are at least as important as 'what' to teach when probing differential neural pathways and investigating their associative cognitive substrates," note the authors.
"Study of how music may also assist cognitive development will help education practitioners go beyond the sometimes hazy and ill-defined 'music makes you smarter' claims and provide careful and credible instructional approaches that use the rich and complex conceptual structure of music and its transfer to other cognitive areas," they conclude.


Θέλετε να πείσετε; Χρησιμοποιήστε αφηρημένη Γλώσσα

"Η διαπίστωσή μας ότι τα αφηρημένα μηνύματα ασκούν ισχυρότερη επίδραση στις προθέσεις αγοράς μπορεί να μεταφραστεί απευθείας στη σύσταση να χρησιμοποιήτε την αφηρημένη γλώσσα εάν προσπαθείτε να πείσετε κάποιον (θετικά ή αρνητικά) για τις  συνέπειες της αγοράς ενός προϊόντος,  ή για να ακολουθήσει  τις συμβουλές σας "
Journal of Consumer Research.      http://www.journals.uchicago.edu/

Τελικά είμαστε υποχείρια της γλώσσας και των γλωσσολόγων!!


Η γλωσσική δομή καθορίζεται εν μέρει από την κοινωνική δομή.

Language Structure Is Partly Determined by Social Structure, Says Penn Psychology Study.
Το άρθρο στην αγγλική γλώσσα θα το βρείτε εδώ.

Ψυχολόγοι στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας  και το πανεπιστήμιο της Μέμφιδας έχουν δημοσιεύσει μια νέα μελέτη για τη γλωσσική εξέλιξη που αμφισβητεί την κυρίαρχη υπόθεση  του γιατί οι γλώσσες διαφέρουν σε όλο τον κόσμο.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι οι ανθρώπινες γλώσσες μπορούν  να προσαρμόζονται  περισσότερο όπως οι βιολογικοί οργανισμοί από όσο πιστευόταν παλιότερα και ότι όσο πιο κοινή και δημοφιλής  είναι μια γλώσσα, τόσο απλούστερη είναι η δομή της και διευκολύνεται η  επιβίωσή της.
Η παραδοσιακή σκέψη είναι ότι οι γλώσσες αναπτύσσονται βασισμένες στην τυχαία αλλαγή και το ιστορικό ρεύμα. Παραδείγματος χάριν, τα αγγλικά και τα τουρκικά είναι δύο πολύ διαφορετικές γλώσσες που βασίζονται σε διαφορετικό ιστορικό υπόβαθρο που τις χωρίζει στο χώρο και το χρόνο. Για χρόνια, είναι η επικρατούσα  υπόθεση στις γλωσσικές επιστήμες. 
Η πρόσφατη έκθεση, που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του  PLoS ONE, προσφέρει μια νέα υπόθεση, που αμφισβητεί την εξήγησης του ιστορικής τάσης.  Ο Gary Lupyan, ένας μεταδιδακτορικός ερευνητής του  Department of Psychology in Penns School of Arts and Sciences, και o Rick Dale,  βοηθός καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Μέμφιδας, διεύθυναν μια μεγάλης κλίμακας στατιστική ανάλυση περισσότερων των 2.000 των παγκόσμιων γλωσσών με σκοπό να εξετάσουν εάν ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα συσχετίζονται με ορισμένες γλωσσικές ιδιότητες.
Οι ερευνητές βρήκαν εντυπωσιακές σχέσεις μεταξύ των δημογραφικών ιδιοτήτων μιας γλώσσας — όπως ο πληθυσμός της και η παγκόσμια διάδοσή της — και η γραμματική πολυπλοκότητα αυτών των γλωσσών. Οι γλώσσες που έχουν τους περισσότερους ομιλητές — και αυτές που έχουν διαδοθεί σε όλο τον κόσμο — βρέθηκε ότι έχουν πολύ πιο απλούστερες γραμματικές,  ειδικά μορφολογία, από τις γλώσσες που έχουν λιγότερους ομιλητές και ομιλούνται σε μικρές, περιορισμένες περιοχές. Παραδείγματος χάριν, οι γλώσσες που έχουν από περισσότερους από 100.000 ομιλητές είναι σχεδόν έξι φορές πιθανότερο να έχουν πιο απλές κλίσεις ρήματος έναντι των γλωσσών με λιγότερους από 100.000 ομιλητές. 
Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί τείνουν να έχουν απλούστερα συστήματα αντωνυμιών και αριθμού και μικρότερο αριθμό πτώσεων και γενών και γενικά δεν υιοθετούν σύνθετους κανόνες προθημάτων και επιθημάτων στις γραμματικές τους.  Μια συνέπεια είναι ότι οι γλώσσες με μακροχρόνιο ιστορικό  ενήλικων μαθητών, έχουν γίνει ευκολότερες προς μάθηση κατά τη διάρκεια του χρόνου. Αν και διάφοροι ερευνητές έχουν προβλέψει τέτοιες σχέσεις μεταξύ της κοινωνικής και γλωσσικής δομής, αυτή είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας στατιστική δοκιμή αυτής της ιδέας.  
Τα αποτελέσματα δείχνουν σύνδεση μεταξύ της εξέλιξης της ανθρώπινης γλώσσας και των βιολογικών οργανισμών. Ακριβώς όπως συγγενικοί οργανισμοί που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους συγκλίνουν στις εξελικτικές στρατηγικές σε ιδιαίτερους ρόλους, έτσι και οι  γλώσσες μπορούν να προσαρμοστούν στα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία μαθαίνονται και χρησιμοποιούνται.
"Τα αγγλικά, παρά τη δυσκολία στην προφορά και τις εξαιρέσεις τους — if a baker bakes, what does a grocer do? — έχουν μια σχετικά απλή γραμματική,” O Lupyan  λέει:  "Τα ρήματα είναι εύκολο να κλιθούν και ο πληθυντικός των ουσιαστικών σχηματίζεται συνήθως με την προσθήκη ενός ` s." Ενώ σε σύγκριση,  με μια δυτική αφρικανική γλώσσα όπως  η Hausa που έχει πολλούς τρόπους να σχηματίζει  τον πληθυντικό των ουσιαστικών όπως και πολλές άλλες γλώσσες —  τα τουρκικά, τα Aymara, τα Ladakhi, τα Ainu — ρήματα όπως το ‘to know’ πρέπει να περιλαμβάνουν και την πληροφορία για την προέλευση της γνώσης ομιλητή ". Αυτή η πληροφορία συχνά μεταβιβάζεται χρησιμοποιώντας σύνθετους κανόνες, οι όποιοι  σε ευρύτατα διαδεδομένες  γλώσσες στη γη, όπως τα αγγλικά και τα κινεζικά δεν υπάρχουν. "
Οι  Lupyan και Dale ονομάζουν αυτήν την κοινωνική επιρροή στα γραμματικά πρότυπα "Linguistic Niche Hypothesis.”(Υπόθεση των Γλωσσικών Ρόλων);;; Οι γλώσσες εξελίσσονται μέσα σε ιδιαίτερους κοινωνικο-δημογραφικούς ρόλους. Αν και όλες οι γλώσσες πρέπει να μαθαίνονται από τα νήπια, η εισαγωγή ενήλικων μαθητών σε μερικές γλώσσες (παραδείγματος χάριν, μέσω της μετανάστευσης ή της αποίκισης) σημαίνει ότι πτυχές μιας γλώσσας που είναι δύσκολες για τους ενηλίκους να μάθουν, θα είναι λιγότερο πιθανό να περάσουν προς τις επόμενες γενεές των μαθητών. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι γλώσσες με περισσότερους ομιλητές σε μεγαλύτερες γεωγραφικές περιοχές, έχουν γίνει μορφολογικά απλούστερες σε πολλές γενεές.
Ο γρίφος που απομένει να λυθεί,  είναι γιατί οι γλώσσες με λίγους ομιλητές είναι κατ’ αρχήν  τόσο σύνθετες. Μια πιθανότητα, που διερευνάται από τους ερευνητές, είναι ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως το γραμματικό γένος και τα σύνθετα συστήματα κλίσης των ρημάτων, ενώ είναι δύσκολα για τους ενήλικους να τα μάθουν, μπορούν να διευκολύνουν την εκμάθηση γλωσσών στα παιδιά με την παροχή ενός δικτύου υπεράριθμων πληροφοριών που μπορεί να εισαγάγει τα παιδιά στις έννοιες των λέξεων και στο πώς συνδέονται μεταξύ τους.
Τα αποτελέσματα και η θεωρία προτεινόμενα από τους  Lupyan και Dale δεν έχουν σκοπό να εξηγήσουν το  γιατί μια συγκεκριμένη γλώσσα έχει τη γραμματική που έχει. Επειδή τα συμπεράσματα είναι στατιστικής φύσης, μπορούν να βρεθούν πολλές εξαιρέσεις στη θεωρία των Lupyan και  Dale. Η εργασία τους, εντούτοις, παρέχει μια περιεκτική ανάλυση για το πώς μερικοί κοινωνικοί παράγοντες επηρεάζουν τη δομή της γλώσσας και δείχνει ότι οι σχέσεις μεταξύ της γλώσσας και του πολιτισμού δεν είναι  και τόσο πολύ αυθαίρετες.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Integrative Graduate Education and Research Training award to the Institute for Research in Cognitive Science at Penn and by the National Science Foundation.

Mετάφραση: Vangelis*

*οποιαδήποτε παρατήρηση, διόρθωση και επισήμανση που αφορά την απόδοση γλωσσολογικών όρων στα ελληνικά, είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτη, αλλά και αναγκαία.

1 Φεβ 2010

X-Bar Syntax Σύνταξη του Χ- Τονούμενου (Χ΄) --- Α' Μέρος

 Robert N. St. Clair


Τα παραδοσιακά μέρη του λόγου έχουν υποβληθεί σε πολλές αλλαγές από την σύλληψή τους από τους Έλληνες και Ρωμαίους γραμματικούς. Οι δομιστές τα βρήκαν ανεπαρκή για να αποτελέσουν τα είδη των γραμματικών κατηγοριών που υπάρχουν μεταξύ των περισσότερων από τις μη ευρωπαϊκές γλώσσες στον κόσμο.  
Όταν o Chomsky ανέπτυξε το πρότυπο της μετασχηματιστικής γραμματικής του, επέστρεψε στο ζήτημα των παραδοσιακών μερών του λόγου. Υποστήριξε ότι όλες οι γλώσσες πρέπει να έχουν παρόμοια μέρη του λόγου. Οι λόγοι για αυτόν τον ισχυρισμό βασίζονται στην υπόθεσή ότι υπάρχουν καθολικοί κανόνες φραστικών δομών που λειτουργούν σε όλες τις γλώσσες. Τα καθολικά μέρη του λόγου στο πιό πρόωρο πρότυπο της γραμματικής του ήταν ολιγάριθμα (NP, Det, AUX, VP, S) αλλάμε το πέρασμα του χρόνου επεκτάθηκαν για να περιλάβουν κι άλλες λεξικολογικές και φραστικές κατηγορίες.
LEXICAL CATEGORIES (Λεξικές Κατηγορίες)
N = Noun                                                 O= Ουσιαστικό
V = Verb                                                  Ρ= Ρήμα
AUX = Auxiliary Verb                           ΒΟΗΘ= Συνδετικό Ρήμα
A = Adjective                                           ΕΠΙΘ= Επίθετο
ADV = Adverb                                        ΕΠΙΡ= Επίρρημα
DET = Determiner                                  ΠΡΟΣΔ= Προσδιοριστής
DEG = Degree of Expression
CONJ = Coordinating Conjunction     ΣΥΝΔ=Σύνδεσμος
PRO = Pro Constituent or Pro Form   PRO=Tύπος ΠΡΟ
Q = Quantifier                                        ΠΟΣΟΔ=ποσοδείκτης

PHRASAL CATEGORIES (Φραστικές Κατηγορίες)

S = Sentence or Clause             Π= Πρόταση
NP = Noun Phrase                    ΟΦ= Ονοματική Φράση
VP = Verb Phrase                     ΡΦ= Ρηματική Φράση
AP = Adjectival Phrase            Eπιθ.Φ= Επιθετική Φράση
PP = Prepositional Phrase       ΠροθΦ= Προθετική Φράση   
ADVP = Adverbial Phrase      ΕπιρΦ= Επιρρηματική Φράση
QP = Quantifier Phrase           ΠοσΦ= Ποσοδεικτική Φράση

Οι γλωσσολόγοι άρχισαν να παρατηρούν ότι υπάρχουν  προβλήματα με τις προαναφερθείσες λεξικολογικές και φραστικές κατηγορίες.


Αν και καθημερινά χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, αν και όλοι μας εκφράζουμε ισχυρές απόψεις για τη δομή της, για τις ιδιότητές της και για τη σωστή της χρήση, σπάνια σταματούμε, έστω και για μια στιγμή, για να σκεφτούμε για αυτό το θαύμα.
Οι λεγόμενοι "ειδικοί" της γλώσσας, μας μιλάνε για την "κακή" χρήση του από ανέκαθεν" ή και άλλων λέξεων, μας δίνουν διαλέξεις για την ετυμολογία τους, αλλά επιμελώς δεν μπαίνουν μέσα στο ίδιο το θαύμα της γλώσσ" ας: Το πώς στην πραγματικότητα λειτουργεί .
Σας ζητώ να σκεφτείτε για ένα μόνο λεπτό: αυτή τη στιγμή διαβάζετε αυτό το κείμενο και το κατανοείτε, αλλά, δεν έχετε συνειδητή γνώση για το πώς το καταφέρνετε!
Η μελέτη αυτού ακριβώς του μυστηρίου, είναι η επιστήμη της Γλωσσολογίας.

Η γλώσσα είναι μια ψυχολογική ή γνωσιακή ιδιότητα των ανθρώπων. Δηλαδή,υπάρχουν κάποιες ομάδες νευρώνων που δουλεύουν ασταμάτητα στον εγκέφαλό μου και μου επιτρέπουν αυτή τη στιγμή να κάθομαι εδώ και να παράγω αυτές τις ομάδες από γράμματα. Ανάλογα, σε εσάς υπάρχουν άλλες ομάδες νευρώνων που σας επιτρέπουν να κατανοείτε αυτά τα σημεία και να τα "μεταφράζετε" σε κατανοητές ιδέες και σκέψεις.

Υπάρχουν όμως κι άλλα πολλά υποσυστήματα που εμπλέκονται εδώ.
Αν εγώ, αυτή τη στιγμή, σας μιλούσα, θα παρήγαγα ηχητικά κύματα με τις φωνητικές μου χορδές και θα άρθρωνα ήχους ομιλίας με την γλώσσα, τα χείλη, τις φωνητικές χορδές. Στην άλλη άκρη, εσείς θα ακούγατε αυτά τα ηχητικά κύματα και θα τα μεταφράζατε σε ήχους ομιλίας χρησιμοποιώντας τα ακουστικά σας όργανα. Αυτή η μελέτη της Ακουστικής και της Άρθρωσης της ομιλίας ονομάζεται: Φωνητική.

Όταν πιά θα μεταφράσετε τα ηχητικά κύματα σε νοητικές αναπαραστάσεις, τα αναλύετε σε συλλαβές και τα κατηγοριοποιείτε.
Π.χ. Κάθε ομιλητής της ελληνικής γνωρίζει ότι το συμφωνικό σύμπλεγμα /χθ/ είναι επιτρεπτό στην ελληνική, αλλά το σύμπλεγμα */θχ/ όχι. Έτσι η ψευδο-λέξη /χθέτα/ μπορεί να υπάρξει, ενώ η */θχέτα/ , όχι. Αυτό το πεδίο της γλωσσικής επιστήμης εξετάζει η Φωνολογία.

Μετά θα παίρνατε αυτές τις ομάδες των ήχων και θα τις οργανώνατε σε μονάδες με σημασία ( Μορφήματα και λέξεις).
Π.χ, η λέξη "άνεργος" αποτελείται από τρία μορφήματα: το πρόθημα α(ν)-, που σημαίνει "μη/όχι", το θέμα -εργ-, που φέρει και την κύρια σημασία, και το το επίθημα -ος, που σημαίνει: (ενικός αριθμός), (ονομαστική πτώση), (αρσενικό γένος). Κι έτσι, ολόκληρη η σημασία της λέξης "άνεργος" σημαίνει στη Ν.Ε. " αυτός που δεν έχει εργασία", και αποτελεί την μελέτη της Μορφολογίας.

Κατόπιν θα οργανώσετε αυτές τις λέξεις σε φράσεις και προτάσεις.Αυτή είναι η μελέτη της Σύνταξης.

Για τα υπόλοιπα πεδία της Γλωσσολογίας θα ασχοληθούμε στις ανάλογες σελίδες όταν προκύψουν...Ευχαριστώ εκ των προτέρων,

Καλό ταξίδι στον μαγικό μας κόσμο!